ἐποφλισκάνω

ἐποφλισκάνω,
A owe still more,

τί τινι Them.Or.6.83a

, cf. Men.Prot. p.34 D.:—[voice] Pass., [tense] aor. part.

-οφληθείς PMasp.168.63

(vi A.D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εποφλισκάνω — ἐποφλισκάνω (AM) οφείλω ακόμη περισσότερα, χρωστάω κι άλλα …   Dictionary of Greek

  • προσεποφλισκάνω — Α 1. οφείλω κάτι ακόμη, είμαι ένοχος για κάτι ακόμη 2. φρ. «γέλωτα προσεπωφλίσκανον» γινόμουν ακόμη πιο γελοίος (Δίων. Κάσσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἐποφλισκάνω «οφείλω, χρωστώ»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.